Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χελώνα λίγο χαζούλα και κάπως αλαφροίσκιωτη...από πολύ μικρή, είχε συνηδητοποιήσει πως ότι χειρότερο της είχε συμβεί ήταν αυτό το καταραμένο σπίτι που κουβαλούσε στην πλάτη της..
όταν ήταν πάρα πολύ μικρή, την πλήγωνε κάθε φορά που περπατούσε, αλλά δεν μπορούσε να το αποχωριστεί...ήταν πολύ βαρύ, πολύ σκληρό, αλλά από την άλλη πλευρά ήταν πολύ μικρή για να περπατάει στο άγριο δάσος εκτεθειμένη, χωρίς προφύλαξη...
Όταν άρχισε να μεγαλώνει, το σπίτι μεγάλωνε κι εκείνο γύρω της, ασφυκτιούσε περισσότερο...και τότε ήταν που αποφάσισε πως κάποια μερα θα γίνει πολύ δυνατή και θα το ξεφορτωθεί. Ως τότε, έπρεπε απλώς να βρει έναν τρόπο να φροντίζει ώστε να μην φαίνονται οι πληγές της. Και τον βρήκε. Ζωγράφιζε από πάνω τους όμορφα σχέδια, που όλοι θαύμαζαν, μέχρι που στο τέλος πίστεψε και η ίδια, ότι είναι τόσο όμορφα, που δεν χρειάζεται να το αποχωριστεί...ούτε το καβούκι, ουτε και τις πληγές που της δημιουργούσε...
Τα χρόνια περνούσαν, η χελωνίτσα έγινε όμορφη πολύ, είχε πολλούς φίλους, κάποιους καλούς, κάποιους καλύτερους, και κάποιους πολύ ιδιαίτερους. Κατάφερε να αγαπήσει, να αγαπηθεί ακόμη περισσότερο, να πληγωθεί εξίσου, αλλά πάντα, κάθε βράδυ, είχε αυτό το βαρύ καβούκι να μπαίνει μέσα, να φροντίζει τις πληγές της - κρυφά πάντα - και να αναμένει την επόμενη συναρπαστική μέρα...
Κάποια μέρα, μέσα στον συρφετό της ζωής της, συνέβη ένα παράλογο, αλλόκοτο αλλά συγχρόνως
όμορφο γεγονός...κάτι ανακάλυψε...κάτι που για πολύ λίγο την έκανε να μην σκέφτεται το καβούκι, κάτι που της δημιουργούσε ένα περίεργο συναίσθημα...
η χελωνίτσα όμως ήταν πολύ αλαφροίσκιωτη, και - όπως προανέφερα - λίγο χαζούλα...από την απροσεξία της και τη χαζομάρα της παρασύρθηκε... κατρακύλησε από έναν γκρεμό και βρέθηκε σακατεμένη...το μόνο βέβαια που δεν έσπασε ήταν το καβούκι, αλλά κι εκείνο όπως φάνηκε δεν την βοήθησε ιδιαίτερα...κι επειδή από τον γκρεμό την είχε σπρώξει ο καλύτερος φίλος της - που είχε θελήσει να μοιραστεί μαζί του εκείνη τη σπάνια ανακάλυψή της -, εκείνη από κάτω του φώναζε για βοήθεια...εκείνος όμως ήταν ψηλά, πολύ ψηλά...αρχικά προσπάθησε να κατέβει για να τη βοηθήσει...η χελωνίτσα χάρηκε που δεν ήταν μόνη...ήταν σίγουρη πως αν την τραβούσε πάνω, έστω και με λίγο κόπο παραπάνω, θα γινόταν καλύτερα, θα σωνόταν...εντωμεταξύ, κόσμος πολύς είχε μαζευτεί εκεί ψηλά, ήταν όλοι οι φίλοι της που άκουσαν τις φωνές της, κι έτρεξαν κι εκείνοι να βοηθήσουν. Κάποιοι έτρεχαν πιο γρήγορα, κάποιοι πιο αργά, αλλά όλοι προσάθουσαν να την εμψυχώσουν...μόνο ένας ήταν που δεν μπορούσε να κατέβει για να τη βοηθήσει...η χελωνίτσα στενοχωριόταν πολύ...αλλά δεν το έδειξε...άλλωστε πονούσε πολύ για να αντέξει να σκέφτεται, κι είχε και στην πλάτη της το καταραμένο καβούκι που τη βάραινε ακόμη περισσότερο...
Ένοιθε πως και η ίδια ήταν βάρος και περιττή για όλους εκείνους που έτρεχαν γι'αυτήν...έκανε μια - δυο - τρεις προσάθειες, και στο τέλος κατάφερε να σηκωθεί! πονούσε πολύ αλλά έκανε πως ήταν μια χαρά, πως δεν συμβαίνει τίποτε! στο τέλος του γκρεμού είχαν φτάσει πια όλοι οι φίλοι της...της έδιναν πορτοκαλάδα, την αγκάλιαζαν και τη φιλούσαν, γιατι ανησύχησαν πολύ... Η χελώνα με τα μάτια της έψαχνε να βρεί κάποιον συγκεκριμένο, αλλά εκείνος δεν ήταν εκεί...όταν λίγο πιο μετά τον ρώτησε γιατί δεν έτρεξε πιο γρήγορα να τη σώσει...της είπε πως ήταν πολύ δύσκολο για εκείνον να κατέβει...όταν τον ρώτησε γιατί την έσπρωξε στο γκρεμό, της απάντησε πως λυπάται, έκανε απλώς ένα λάθος...δεν είχε σκοπό να τη σπρώξει...
η χελωνίτσα ακόμη έχει πληγές από τότε που γκρεμοτσακίστηκε...αλλά τα καταφέρνει μια χαρά! κάνει καμια βόλτα στο δάσος δειλα δειλά και προσεκτικά, και έχει κι ένα καταπληκτικό σχέδιο για να ξεφορτωθεί αυτό το απαίσιο καβούκι...