Who's afraid of the Universe?
"Είμαι όμοιος με τους άλλους ανθρώπους..."
...
Κι εάν το καλοκαίρι περάσει από πάνω σου αφήνοντας μια φλούδα μαυρισμένο δέρμα και μυρωδιά λιμανιού στο ρουθούνι κι εσύ, αρνηθείς να αποτάξεις το μανδύα της εγρήγορσης;
Κι αν εσύ αρνηθείς να τσαλαβουτήσεις σε κρυστάλλινα νερά αβεβαιότητας;
Κι αν φτάσουν πολλά, πολλά, πολλά, αμέτρητα καλοκαίρια μετά, αμέτρητοι Ιούνηδες, Ιούληδες και Αύγουστοι της ραστώνης κι εσύ...ακόμη κάτι θυμάσαι που δεν άφησες να πάρει σάρκα και οστά;
Τότε, ίσως να έρθει ένα καλοκαίρι που να σε υπνωτίσουν.
Ίσως να έρθει ένα καλοκαίρι που να μη σε αφήσουν να το ζήσεις.
Να αδειάσουν από μέσα σου ότι πιο όμορφο είχες και ίσως έχεις.
Και μπορεί να σου πάρει καιρό για να βρεις την ομορφιά στη μυρωδιά του νυχτολούλουδου.
Για τα καλοκαίρια που άφησες σύξυλο στην μπουκαπόρτα του Εξπρές Ολυμπία εις διπλούν τον Σκεπαστή ενώ ναι, ήθελες τόσο να κολυμπήσεις στη μαγεία.
Για τα καλοκαίρια που άφησες το Ξωτικό να ονειροπολεί μόνο του δίπλα στη λίμνη, κι ενώ ήσουν εκεί καθόσουν ένα βήμα παραπίσω διστακτικά.
Για εκείνα τα καλοκαίρια που όσα από πάνω τους κι άν περάσουν εσύ θα τα έχεις εκεί,σαν φιλμ παλιό που ποτέ δεν εμφάνισες.
Για το καλοκαίρι ΑΥΤΟ, οι οδηγίες προς απανταχού ναυτιλωμένους είναι εμπεριστατωμένες σε μία μόνο λέξη : ζήσε.
Το καλοκαίρι αυτό, η Καλυψώ θα είναι ξανά στην Ωγυγία. Θα είναι στο καλοκαίρι που της χρωστάει εκείνη η απώλεια εκείνου του καλοκαιριού. Αλλά δεν θα ακούσει τα παρακάλια του Ερμή, μα και χωρίς υποσχέσεις και τρικ αθανασίας θα λύσει το μυστήριο - όποιο μυστήριο ξεβράσει η θάλασσα μαζί με τον Οδυσσέα.
και ίσως επιστρέψει το φθινόπωρο...
καλό καλοκαίρι
Καλυψώ
Ταυτόχρονα
Η Νύχτα έχει χρώμα Μαύρο.
Σε κάποια άλλη γωνιά του κόσμου όμως, την ίδια στιγμή που εσύ ανάβεις το κερί σου για να φωτίσει, κάποιος άλλος ανοίγει τα μάτια του στο Λευκό. Το χρώμα της Ημέρας.
Υπάρχει μια στιγμή - μία μονάχα, ανάμεσα στις χιλιάδες εκείνες στιγμές των εικοσιτεσσάρων ωρών της ημέρας όπου δεν είναι ούτε Ημέρα, ούτε Νύχτα. Μοιάζει να είναι και τα δύο μαζί, ταυτόχρονα. Αμάλγαμα Λευκού και Μαύρου, Σκότους και Φωτός. Κάποιοι την ονομάζουν Λυκόφως.
Κάποιες φορές στα Καλοκαιρινά Λυκόφωτα, μπορείς να δεις τη μαγεία της ταυτόχρονης στον Θόλο παρουσίας , του Ήλιου, της Σελήνης και της Αφροδίτης. Όλα τους Άστρα λαμπερά και με διαφορετική απόκοσμη προσωπικότητα. Την Αφροδίτη τη λέμε και Αυγερινό. Ένα Θηλυκό αστέρι, που του δώσαμε Αρσενικό προσωνύμιο.
Ο Πλάτωνας έγραφε, πως, στις απαρχές του Κόσμου, το αρσενικό και το θηλυκό ήταν Ένα. Έπειτα αποχωρίστηκαν, κι έκτοτε ο σκοπός κάθε φύλου είναι αυτή η αρχέγονα υποκινούμενη περιπλάνηση:
Η αναζήτηση του Άλλου Μισού.
Καλυψώ
Η άποψη του θεατή
Μια φορά κι έναν καιρό, στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, το κοινό, είχε το ελεύθερο, εάν έκρινε πως δεν του άρεσε το θέαμα που παρακολουθούσε να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του.
Η δυσαρέσκεια αυτή εκφραζόταν εμπράκτως και ποικιλοτρόπως. Προφέροντας δυνατά τον δίφθογγο όμικρον-ύψιλον, ρίπτοντας ντομάτες και ποικίλλα (αρχαία πάντα) ζαρζαβατικά, δημιουργώντας επιτηδευμένα σαματά.
Εν τοιαύτη περιπτώσει, τραγωδός, χορός και ηθοποιοί, έπαιρναν παραμάσχαλα κοθόρνους, μάσκες και χλαμύδες και αποχωρούσαν ταπεινά, δεχόμενοι το χλευασμό του πλήθους.
Η αυθόρμητη αυτή αντίδραση ήταν κοινώς αποδεκτή και αν μη τι άλλο, ποτέ δεν θεωρήθηκε μεμπτή.
Η αυθόρμητη αυτή αντίδραση ήταν κοινώς αποδεκτή και αν μη τι άλλο, ποτέ δεν θεωρήθηκε μεμπτή.
Καλυψώ
Μυστική Πύλη
Φτερούγες σάλευαν κάτω απ’ τα έπιπλα, και στο βάθος ο σκοτεινός καθρέφτης έκανε τα παιδιά ν’ αρρωσταίνουν συχνά, γιατί δεν ήθελαν να μεγαλώσουν,
η μητέρα έκλαιγε και με παρακαλούσε να κατέβω, μα έμενα ήταν η μοίρα μου να περπατάω στο ταβάνι, μια μάχη δική μου, μητέρα, όπου πάντα ο νεκρός ήμουν εγώ.
Γι’ αυτό ήξερα και των ουρανών τη μυστική υπόγεια πύλη.
Τάσος Λειβαδίτης, Μυστική πύλη, από τη συλλογή Νυχτερινός επισκέπτης (1972)
στο κουτάκι σου
Έχεις ένα και μοναδικό γλυκάκι. Σοκολατένιο, λαχταριστό και πασπαλισμένο με σπάνια πορτοκαλόφλουδα. Από αυτά που σου αρέσουν δηλαδή, που δεν μπορείς επ ουδενί να αντισταθείς - δεν θέλεις κιόλας.
Όταν σου έφεραν το κουτί γεμάτο από δαύτα, νόμισες πως θα μπουχτίσεις, πως θα λιχουδίζεσαι για καιρό, πως δεν θα τελειώσουν σα να λέμε.. ποτέ!
Κάθε που γυρνούσες όμως όλο και βουτούσες τη χουφτίτσα σου μέσα στο κουτάκι, να πάρεις άλλο ένα, άλλο ένα..
Χθες πήγες στη Βαρβάρα γιατί σε πονούσε ο τραπεζίτης. Η οδοντίατρος φόρεσε τη μάσκα, άρπαξε ανάμεσα στο γάντι τον τροχό και σου τριβέλισε το κεφάλι ως το υποσυνείδητο. "Τέρμα τα γλυκάκια" σου είπε με αυστηρή φωνή και οι μπούκλες της ταράχτηκαν, το μάτι τρεμόπαιξε πίσω από τη μάσκα, κι εσύ, φυσικά, πάγωσες ξαπλωμένη σκεπτόμενη το γλυκάκι βουτηγμένο στην τερηδόνα να σου κυνηγάει ένα ένα τα δοντάκια σου.
"Ας πάει και η πορτοκαλόσκονη, η πορτοκαλόφλουδα και η σοκολάτα υγείας, ας πάνε όλα μαζί να συναντήσουν τη φίλη τους την τερηδόνα, μα μακριά από εμένα το δίχως άλλο!" αποφάσισες γυρνώντας στο σπίτι και κρατώντας το μάγουλό σου με ευλάβεια. Πονάει το άτιμο το χέρι της Βαρβάρας.
Πήγες στο ψυγείο κι άνοιξες το κουτάκι να δεις πόσα έμειναν , αποφασισμένη να το εκσφενδονίσεις από το παράθυρο (αγαπημένη συνήθεια). Μέσα είχε μόνο ένα.
Ένα και μοναδικό γλυκάκι, σοκολατένιο, λαχταριστό και πασπαλισμένο με σπάνια πορτοκαλόφλουδα. Από αυτά που σου αρέσουν δηλαδή, που δεν μπορείς επ ουδενί να αντισταθείς-δεν θέλεις κιόλας.
Έτεινες να το σβουρίξεις στον αέρα μα τίποτε. Σα να σου έκλεινε το μάτι απο εκεί μέσα..
Έβαλες το γλυκάκι σε ένα τόσο δα κουτάκι λοιπόν, μυστικό. Πηγαίνεις πότε πότε, το ανοίγεις, ρίχνεις μια κλεφτή ματιά να δείς αν είναι ακόμη εκεί, να δεις πόσο μπορείς ή όχι να του αντισταθείς. Καμιά φορά το κοιτάς εσύ διασκεδαστικά, καμιά άλλη φορά όμως σε κοιτάει εκείνο. Καμιά φορά το περιεργάζεσαι και άλλες θέλεις να το πετάξεις από το παράθυρο. Αυτό που δεν έχεις καταλάβει είναι αφού η τερηδόνα σε φόβισε -μαζί με το άγριο χέρι της Βαρβάρας-, γιατί το κρατάς στο κουτάκι αφού δεν θέλεις να το μασουλήσεις, και δεν το πετάς να πάει απο εκει που ρθε, κι αυτό και η μασκαρεμένη του τερηδόνα?
Καλυψώ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


