Κι Εσύ, έτσι θα ήσουν. Αυτό ήταν που πάγωσε το αίμα στο κορμί. Η σκέψη αυτή πως, κι Εσύ, έτσι θα ήσουν. Δίχως παπούτσι, πεταμένο στην άλλη μπάντα, μόνο του.
Πάντα έτσι γίνεται - ένα παπούτσι, ίσως και τα δυο μαζί εκσφενδονίζονται. Εικόνα που τρομάζει πάντα, το δίχως άλλο. Ίσως επειδή τα μοναχικά παπούτσια στην άσφαλτο θυμίζουν εκείνα, τα αναποδογυρισμένα τις καλοκαιρινές νυχτιές, για να σταματήσουν οι κουκουβάγιες τη φωνή τους. Μοναχικά παπούτσια βαλμένα ανάποδα σε κάποιο περβάζι - ούτε πολύ μακριά, ούτε και πολύ κοντά από το κυπαρίσσι, για να "πιάσει το μαγικό".
Υπόσταση καινούργια. Ένα παγωμένο πεζούλι που, όταν ακουμπάν οι παλάμες βγαίνει ένας παλμός από μέσα, ζεστός, να κατακλύζει το κορμί. Και η μιλιά εκεί, οι ιστορίες εκεί, να απαριθμούνται μία προς μία από την πάνω μεριά. Άλλοτε σιωπηρά, κι άλλοτε κανονικά, με μιλιά ανθρώπινη. Γιατί Εσύ, ήθελες να ακούσεις.
Κάπου εδώ, έχεις κι άλλη μορφή δίχως όψη και θύμιση. Ρευστή, που ξαφνιάζει πάντα. Μ' εκείνο το σημάδι που φανερώνεται κάθε φορά, στα πιο απίθανα. Μα εγώ, τα κομμάτια σου δεν τα φοβήθηκα. Και χίλια να ταν, θα τα είχα ενώσει. 'Ενα προς ένα.
Καλυψώ






