Γεγονός





Κι Εσύ, έτσι θα ήσουν. Αυτό ήταν που πάγωσε το αίμα στο κορμί. Η σκέψη αυτή πως, κι Εσύ, έτσι θα ήσουν. Δίχως παπούτσι, πεταμένο στην άλλη μπάντα, μόνο του.

Πάντα έτσι γίνεται - ένα παπούτσι, ίσως και τα δυο μαζί εκσφενδονίζονται. Εικόνα που τρομάζει πάντα, το δίχως άλλο. Ίσως επειδή τα μοναχικά παπούτσια στην άσφαλτο θυμίζουν εκείνα, τα αναποδογυρισμένα τις καλοκαιρινές νυχτιές, για να σταματήσουν οι κουκουβάγιες τη φωνή τους. Μοναχικά παπούτσια βαλμένα ανάποδα σε κάποιο περβάζι - ούτε πολύ μακριά, ούτε και πολύ κοντά από το κυπαρίσσι, για να "πιάσει το μαγικό".

Υπόσταση καινούργια. Ένα παγωμένο πεζούλι που, όταν ακουμπάν οι παλάμες  βγαίνει ένας παλμός από μέσα, ζεστός, να κατακλύζει το κορμί. Και η μιλιά εκεί, οι ιστορίες εκεί, να απαριθμούνται μία προς μία από την πάνω μεριά. Άλλοτε σιωπηρά, κι άλλοτε κανονικά, με μιλιά ανθρώπινη. Γιατί Εσύ, ήθελες να ακούσεις.

Κάπου εδώ, έχεις κι άλλη μορφή δίχως όψη και θύμιση. Ρευστή, που ξαφνιάζει πάντα. Μ' εκείνο το σημάδι που φανερώνεται κάθε φορά, στα πιο απίθανα. Μα εγώ, τα κομμάτια σου δεν τα φοβήθηκα. Και χίλια να ταν, θα τα είχα ενώσει. 'Ενα προς ένα.
 

Καλυψώ

Η κατάλληλη στιγμή


Η Φραγκοσυκιά δεν χρειάζεται νερό. Καθόλου, στάλα που λένε. Μπορείς να την αφήσεις να λιάζεται κι εκείνη θα σου γεννήσει στρουμπουλά, ροδαλά κι αγκαθωτά φρούτα.
Επίσης "σκεπάζει τα γυμνά βουνά " έτσι διάβασα κάπου. Αυτό που χρειάζεται είναι ζέστη.

Το μόνο πρόβλημα είναι πως όταν θελήσεις να γευτείς τους καρπούς της πρέπει να αφαιρέσεις ένα - ένα τα αγκάθια. Εκείνα που φαίνονται, κι εκείνα που είναι τόσο μικροσκοπικά, που δεν φαίνονται. Πρέπει να προσέξεις λοιπόν πριν αρχίσεις να τα τσουλάς στη γλώσσα σου. Μπορεί να αγκιστρωθούν εκεί και να στη ματώσουν. Και ίσως να μη μπορέσεις να τα βγάλεις. Για αυτό, δεν υπάρχει θεραπεία.

Ακόμη και οι συζητήσεις για φραγκόσυκα μερικές φορές μπορεί να αποβούν καταστροφικές. Μπορεί εκεί που δεν το περιμένεις, η γλώσσα του συνομιλητή σου να γλιστρήσει μέσα στο στόμα σου. Εκεί, λόγω της επικινδυνότητας της συζήτησης θα μεταμορφωθεί σε φρούτο ροδαλό με αγκάθια. Θέλει προσοχή σε αυτές τις περιπτώσεις. Εάν η γλώσσα - φρούτο είναι άγουρη, θα αποφύγεις τα μοιραία πληγιάσματα. Εάν είναι ώριμη, τότε θα πρέπει να βρείς ένα τρόπο να αφαιρέσεις τα αγκάθια. Αλλά όπως είπα, για αυτό, θεραπεία δεν υπάρχει.

Καλυψώ

Λ.

Λάμδα...Αγαπημένο γράμμα γι' αυτές τις ημέρες...σςς

El Lobito Bueno


Erase una vez un lobito bueno,
al que malatraban todos los corderos

Y habia tambien un principe malo,
una bruja hermosa, y un pirata honrado.

Todas estas cosas habia una vez,
quando yo sonado un mundo al reves. . .

Josι Agustνn Goytisolo
(n. en Barcelona en 1928)

Από το παιχνίδι "Φιλέας Φογκ" - Ιστορία νο.5, 19 μάρτη


version 1

Φτάσαμε πολύ αργά. 'Eξω είχε κρύο και σε τούτη τη γωνιά του κόσμου είχε μόλις αρχίσει να ξημερώνει. Mύρισα τον αέρα και ένοιωσα μια ανακούφιση."Pολύ καλύτερα τώρα" σκέφτηκα φωναχτά. Σήκωσα τη βαλίτσα μου και κοίταξα γύρω μου μήπως βρώ κάποιο λεωφορείο να κατηφορίσω προς το κέντρο. Mία καινούργια, μία άγνωστη πόλη απλωνόταν κάτω από τα πόδια μου. Γύρω επικρατούσε απόλυτη ηρεμία.Η πόλη δεν θα αργούσε να ξυπνήσει. Κάθισα σε ένα παγκάκι, έσφιξα το κασκόλ μου και άναψα ένα τσιγάρο.Κοίταξα το ξημέρωμα, κι ένα χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη μου."Καλημέρα Μεξικό!" ψιθύρισα.

Καλυψώ

Από το παιχνίδι "Φιλέας Φογκ" - Ιστορία νο.1, 25 γενάρη

version 5

Θυμάμαι τον Μενελίκ...σπινθηροβόλα μάτια, και γεμάτος νάζια να έρχεται κάθε μέρα, εκεί στην άκρη του ποταμού. Εκεί που μαζευόμασταν να κάνουμε τάχα πως ψαρεύουμε, να κυνηγάμε λιβελούλες, κι εκείνος πάντα από πίσω μου να τρέχει σαν τρελός, σαν να μπορούσε να μας συναγωνιστεί...Κι εκείνη η βάρκα, κρυσφήγετο θαρρώ της νιότης μας κρυφό...είχαμε κλέψει κι ένα σεντόνι από τη γιαγιά να φιάξουμε πανί, μα ο Μενελίκ πάνω στο παιχνίδι το έσκισε...του κράτησα μούτρα για μέρες...α όλα κι όλα! να μας ακολουθεί ναι, αλλά όχι κι έτσι!Μνήμες θολές του παρελθόντος...εκείνη η φωτογραφία με τη βαρκούλα, και...σαν να ακούω τις παιδικές μας φωνές ακόμη...κι ο Μενελίκ πουθενά..."ο πιο αλανιάρης γάτος του χωριού!" θυμάμαι μου είχε πει ο φούρναρης, και μου έδωσε ένα τεράστιο λουκούμι, λες και μπορούσα να ξεχάσω...

Καλυψώ
 

για το προμήνυμα και μόνον...



«Καληνύχτα λοιπόν», ψέλλισε και γύρισε την πλάτη του. Ένα μαύρο δερμάτινο μπουφάν ήταν το μόνο που μπόρεσε να δει μέσα στο μισόφωτο καθώς εκείνος απομακρυνόταν μάλλον βιαστικός. Το περίγραμμά του έγινε πιο έντονο καθώς πέρασε κάτω από την κακογραμμένη φωτεινή επιγραφή ενός ξενοδοχείου παρακάτω. Υγρός καιρός, διαολεμένος νοτιάς κι εκείνη μόνη μπροστά από εκείνο το παγκάκι να τον κοιτάζει σαστισμένη να απομακρύνεται. Η αλήθεια είναι πως θα ήθελε να θυμάται κι άλλα από τον αποχαιρετισμό. Ένα πρόσωπο, τις εκφράσεις του, τις λέξεις ίσως, τα κομπιάσματα, αλλά όχι, όχι. Το μόνο που μπορούσε να θυμηθεί όσο κι αν πιεζόταν ήταν εκείνη η απόλυτα μοναχική σκοτεινή μορφή να φεύγει. 

«Σαν να εξαϋλώθηκε κάτω από αυτή την πινακίδα», σκέφτηκε και τίναξε το τσιγάρο της. Κοίταξε το δωμάτιο. Της φαινόταν άδειο από εκείνον. Άδειο από εικόνες, αντικείμενα και συναισθήματα. Δύο μήνες είχαν κιόλας περάσει κι εκείνη ένοιωθε ακόμη σφηνωμένη σ’ εκείνη την τελευταία παγερή ανάμνηση. «Δεν έκανε τον κόπο να με βάλει έστω σε ένα ταξί, δεν γύρισε να με ξανακοιτάξει». Αναστέναξε κι άνοιξε το παράθυρο. Η λεμονιά φορτωμένη – και τι μ’ αυτό; Ο κήπος χορταριασμένος, γεμάτος χειμωνιάτικα σημάδια και κατάλοιπα – δεν είχε όρεξη να τον φροντίσει. 

Αν είχε γυρίσει, αν είχε γυρίσει το κεφάλι του προς τα πίσω και την είχε κοιτάξει, τώρα κάτι θα είχε. Κάτι θα είχε να απασχολεί το μυαλό της εκτός από το γεγονός. Θα είχε ένα βλέμμα να αναλύει : «ήταν θλιμμένος, με κοίταξε σαν να είχε κιόλας μετανιώσει, σαν να είχε κιόλας αρχίσει να νοσταλγεί» θα μπορούσε να λέει στις φίλες της. Όμως δεν είχε τίποτε άλλο εκτός από το γεγονός : «Ένας χωρισμός. Ένας συνηθισμένος χωρισμός όπως όλοι» συνήθιζε να απαντά στις ερωτήσεις «και τίποτε παραπάνω».

Καλυψώ - κεφάλαιο πρώτο και τελευταίο.

...

Οι άλλοι όπως βαδίζουν κι εμείς ανάποδα...

Πλαστελίνη

Ξημέρωμα εκείνης της ημέρας.
Εσύ έμεινες εκεί να ατενίζεις - ούτε κι εσύ θυμάσαι τι - κι εγώ σε τούτο το μπαλκόνι να δοκιμάζω φωτογραφικές μηχανές που κάποτε τις άγγιζαν χέρια που δεν γνωρίζω.
Ήθελα να σε ρωτήσω κάτι, με δε θυμάμαι πια τί. Ήθελα να σου δείξω κάτι μα ούτε κι αυτό το θυμάμαι.
Πίνεις καφέ και βλαστημάς - τι βλαστημάς, σάμπως κι εγώ κάτι δεν έχασα;
Και τα λόγια..ξέρω, τα λόγια δεν έχουν καμιά θέση σε τούτο τον τόπο που δημιουργήσαμε. Μόνο τα μελανά ξημερώματα, οι φωτιές πάνω από τη Γη του Πυρός και κάτι ξηλώματα - ναι, ναι ξηλώματα. Άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε δηλαδή.
Κοτσίδες πλέχτηκαν και ξεπλέχτηκαν. Άνθρωποι μπήκαν κι άνθρωποι βγήκαν. Πινέλα βούτηξαν σε χρώματα κι αρώματα και τούτη η πλαστελίνη δεν λέει να πάρει μορφή.
Θυμήσου μόνο πως μορφή θα πάρει όταν θα εμπνευστείς ποια είναι εκείνη η μορφή που θέλεις να της δώσεις.

Καλυψώ, για τον Δεκέμβρη που έγινε Μάρτης