Χθές.
Χάλασε το ντο...
Το ντο -λέω- αυτή η νότα που μου είναι απαραίτητη. Ξεκούρδιστη? Όχι, απλά...αφέθηκε. Όχι από μόνη της φυσικά, το άφησα εγώ. Ξέρεις, κάθε όργανο, όταν δεν το αγαπάς, όταν το κακομεταχειρίζεσαι και το θεωρείς δεδομένο τότε σταματά κι αυτό να σε αγαπά. Θυμάμαι ακριβώς τη στιγμή που αποφάσισα να ξεφορτωθώ φύρδην όλα εκείνα που έφταιγαν τότε. Γιατί έφταιγαν? Όχι δεν μπορώ να σου απαντήσω με ακρίβεια. Ίσως και να έψαχνα να βρω απλά μια αφορμή, δεν ξέρω.
Μετά από τρία όμως ακριβώς χρόνια, και αφού έχει...
απο-συναρμολογηθεί,
επανα-συναρμολογηθεί,
ξε-σκονιστεί και
επα-ναθεωρηθεί...
στέκεται και με κοιτά.
Μου φαίνεται σαν να έχω πάει σαφάρι και ξαφνικά χάνομαι από τους άλλους και κοιτάζομαι με κάποιο άγριο ζώο. Κάποιον παλιό γνώριμο που δεν ξέρω ακριβώς τι θέλω και - το βασικότερο- εάν θέλω να του πω κάτι τελικά.
Είπα να περάσω την ώρα μου κάπως διαφορετικά μακριά από οθόνες. Κι όμως, κάτι έλειπε. Σαν να είχα ξεχάσει τα πάντα. Κι εκείνο το ντο, να μην ακούγεται με τίποτα. Σαν να μη φτάνει δηλαδή το άτσαλο πάτημα των πλήκτρων, οι παραφωνίες, οι κάποτε οικείες μα τώρα άγνωστες συγχορδίες, η γλώσσα μου που τη δάγκωνα σα μαθητούδι στις πρώτες του απόπειρες να γράψει ένα γράμμα στο τετράδιο ...
Δεν μπορεί όμως. Κάποια πράγματα -λέω εγώ τώρα- είναι...σαν το ποδήλατο δεν είναι? Αν έχεις δηλαδή παραδόσει ψυχή σε κάτι.. Έτσι δεν είναι? Γίνεται να τα ξεχνάς?
Σήμερα.
Το ντο ακόμη δε ακούγεται. Κάτι μαγικό όμως συμβαίνει. Χωρίς λόγο ξεκάθαρα και προφανέστατα. Χωρίς να αφοσιωθώ ή να επιμείνω. Τα δάχτυλα κύλισαν αβίαστα. Μπά? Ναι ρε σου λέω. Κάτι διέσεις, κάτι υφέσεις, κάτι κλίμακες και τα λοιπά δεν χρειάζονταν ξαφνικά να πάρουν κάποια μορφή. Κύλησαν... Και το άγριο - άγνωστο - ζώο άρχισε να θυμίζει κάτι που ήξερα κάποτε...
Καλυψώ
